Άρθρα του paranoid: «Η Κραυγή»

Δυσπεψία. Παντου. Πως να χωνέψει εξάλλου κάποιος τόση απόρριψη; Καμία αναγνώριση των κόπων σου. Καμία απόσβεση των χρημάτων που έδωσες σε φροντιστήρια για να εμπεδώσεις εκείνο το ρημάδι το ολοκλήρωμα, που ποτέ δε συμπάθησες και, η αλήθεια είναι πως ούτε κι αυτό έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση στο μαραμένο από απορία πρόσωπό σου, προσπαθώντας να κατανοήσεις τη χρησιμότητά ενός μαθηματικού τύπου, που ποτέ, μα ποτέ, δε θα χρησιμοποιήσεις στη ζωή σου.

Κι όμως, αρίστευσες στις Πανελλήνιες, (μετά κόπων και βασάνων και χάνοντας αμέτρητες ώρες ανεμελιάς και εφηβικής φλόγας,) λιώνοντας τα εγκεφαλικά σου κύτταρα πάνω από βιβλία που σε κάνανε να μισήσεις το διάβασμα…Το ΕΛΕΥΘΕΡΟ διάβασμα. Ακόμα και οι εκθέσεις σου έπρεπε να έχουν περιορισμένο θέμα, περιορισμένες λέξεις, περιορισμένο πρόλογο και επίλογο. Περιορισμένος και αγανακτισμένος όντας, λοιπόν, βγήκες και πάλι νικητής από τη μάχη της καταπιεσμένης μόρφωσης. Και πέρασες το κατώφλι ενός ανωτάτου πανεπιστημιακού ιδρύματος, που έπρεπε να διαλέξεις πάνω στην τρέλα των νιάτων σου και της μπερδεμένης σου ιδιοσυγκρασίας, την ίδια στιγμή που όφειλες να αναζητήσεις τον κόσμο σου.

Χωρίς να έχεις μάθει ακόμα να φλερτάρεις με τον έρωτα, σου επέβαλλαν να «παντρευτεις» το επάγγελμά σου. Κανένας οίκτος. Χλευάζουν τους Ρομά, που έρχονται «εις γάμον κοινωνία» από τα 12 τους χρόνια, κι εσένα που απ’ τα 18 σε τυλίγουν σ’ ένα χαρτί, αυτοί, οι…μορφωμένοι τσάροι της εξουσίας, σε επικροτούν τότε, για να σε χλευάσουν μόλις πατήσεις τα τριάντα. Τότε, που τα «πολύτιμα» χαρτιά σου έχουν στοιβαχτεί σε φακέλους και οι σφραγίδες πάνω τους και οι υπογραφές από τους…κοσμήτορες των σχολών σου, ξεθωριάζουν βασανιστικά. Τότε, που τα παιδιά των τσιγγάνων, έχουν φτάσει κοντά στη δική σου ηλικία και έχουν κάνει δικά τους παιδιά και μπορούν να δουλέψουν με τα χέρια τους, χωρίς να περιμένουν κάποιον να εκτιμήσει το …ξεχασμένο ολοκλήρωμα που σ άφησε άυπνο τόσα βράδια.

Στα τριάντα σου πια, ταλαιπωρείσαι από κολικούς, είσαι στα πρόθυρα του έλκους, ξυπνάς ξαφνικά, όσες φορές καταφέρνεις να κοιμηθείς πριν βγουν τα πλάσματα της νύχτας, και όλη σου η ενέργεια, «στραγγισμένη» πια, καταναλώνεται σε αμέτρητα τηλεφωνήματα αγγελιών που ζητούν άτομα με τα μισά προσόντα από τα δικά σου. Καμία ανταπόκριση. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι, στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής. Οι ίδιοι άνθρωποι που πριν σκοτώσεις την ελευθερία σου, ζητούσαν από σένα να τους την αφιερώσεις, εγκλωβίζοντας το μυαλό σου σε γνώσεις που αυτοί επέβαλλαν στην κοινωνία να αποκτήσεις. Οι ίδιοι άνθρωποι που ποτέ δε θα σου συγχωρήσουν το οτι… πέρα από τις πανεπιστημιακές μελέτες και φωτοτυπίες, τόλμησες να διαβάσεις Νίτσε, Μπρεχτ, Πλάτωνα… Τόλμησες να ξεφύγεις από τα φτωχά κλισέ τους και να αναζητήσεις (στο λίγο χρόνο που είχες να διαθέσεις μεταξύ πανεπιστημίου και αλκοόλ) αυτό το, κάτι παραπάνω που θα ερεθίσει εκείνους τους νευρώνες του εγκεφάλου σου, που οδηγούν στη λύτρωση της ανθρώπινης ύπαρξής σου.

Η αναζήτηση κάθε είδους απαγορεύεται. Η αναζήτηση και η αμφισβήτηση, οδηγεί σε απαντήσεις και επαναστάσεις. Η μόνη επίσημα αναγνωρισμένη και επιτρεπτή από την κοινωνία μόρφωση είναι η μόρφωση του 2λεπτου. Η μόρφωση του διαδικτύου. Άμεσα προσβάσιμη, γρήγορη και απολύτως λογοκριμένη. Κάθε σου απορία μπορεί να λυθεί. Κάθε σου πόνος μπορεί να σβήσει. Ακόμα και οι προτομές του Ιπποκράτη συρρικνώνονται στα φουαγέ των πανεπιστημίων. Το αδυφάγο διαδίκτυο σου πήρε κάθε ελπίδα υλοποίησης των κόπων σου, προσφέροντάς σου όμως φύκια και μεταξωτές κορδέλες για να σκοτώνεις το χρόνο σου με ότι πιο άχρηστο μπορεί να σου φρενάρει τη σκέψη.

Στα τριάντα σου πια, δυστυχισμένος, αν έχεις διαβάσει Νίτσε, Μπρεχτ, Πλάτωνα, (μυρίζοντας το άρωμα της χάρτινης σελίδας και όχι βλέποντας θολά το είδωλό σου να αντανακλάται στην κρύα οθόνη του υπολογιστή), βλέπεις την υπόλοιπη αλήθεια. Κανείς δε σου είπε ψέμματα. Απλά σου σέρβιραν τη μισή αλήθεια. Κανείς δε μπορεί να κατηγορηθεί όταν λέει τη μισή αλήθεια. «Κατηγορήστε για ψευδορκία, κύριε» . Άκουσες ποτέ «Κατηγορήστε οτι είπατε τη μισή αλήθεια»; Φορτωμένος με μια βαλίτσα χαρτούρα και τρύπια όνειρα, δε σταματάς να παλεύεις. Τα πτυχία κάποιων, κατέληξαν συσκευασία. Τα πτυχία κάποιων άλλων, σε κορνίζες. Τα δικά σου πτυχία όμως είναι δρομείς. Και θες να τερματίσουν στον προορισμό που εσύ επέλεξες.

Αυτό είναι το έγκλημά σου. «Κατηγορήστε για εθελούσιο τερματισμό, κύριε!». Κανείς δεν πρέπει να τερματίζει σ αυτήν την κοινωνία. Όμως αυτά τα πτυχία πήραν αξία μέσα σου όταν γνώρισες το «Ζαρατούστρα», όταν τα έβαλες σ’έναν «κυκλο με κιμωλία» … Τα φώτα στο δρόμο σου, τότε άναψαν, και μπόρεσες να βγεις από το αδιέξοδο που σε στρίμωξαν. Μα, τώρα, ζητάς. Τώρα, απαιτείς δικαίωση. Τώρα η καρδιά σου δεν επαναπαύεται με μια βολεμένη θεσούλα, μια καημένη ζωούλα, μία …»ούλα»… Τώρα τα υποκοριστικά σού ανακατεύουν το στομάχι. Πού πήγαν όλοι οι μεγαλομέτοχοι της ζωής σου, που σε στείλανε με το «έτσι θέλω» σε ότι εσύ δεν ήθελες;

Η ψυχή σου είναι αυτή που σε κρατά δυνατό. Αυτή που σε κρατά όρθιο. Εσένα, που τόλμησες να ονειρευτείς το καλύτερο, μα, ζεις στο χειρότερο. Ο κόσμος απο σένα θα φτάσει στο αύριο. Από σένα, που πειθάρχησες χθες, στην εντολές των αμόρφωτων απειθάρχητων. Αύριο, αυτοί, θα πειθαρχούν στις εντολές των ελεύθερων. Δεν ξέρω πότε θα’ρθει το αύριο. Ξέρω όμως ότι θα έρθει. Πέσε για ύπνο…

 

Υρώ Μυκονιάτη