Λεωνίδας Κουτσόπουλος: Ο Chef που «γκρεμίζει» τα τείχη της γεύσης

Οι περισσότεροι, τον γνώρισαν, όταν κάποιοι, θέλησαν (αδίκως) να του προσδώσουν τον τίτλο του «άσχημου», στο (κατά γενική ομολογία, πολύ πετυχημένο) τρέιλερ του φετινού Master chef. Ασφαλώς και ο χαρακτηρισμός ήταν ..ανεπιτυχής, αφού ο Λεωνίδας Κουτσόπουλος έχει πληθώρα θαυμαστριών, και όχι άδικα, και έχει καταφέρει να κερδίσει με την οξυδέρκεια και το χιούμορ του, το ενδιαφέρον του γυναικείου πληθυσμού καθώς και τα πολλά κολακευτικά σχόλια των ανδρών.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από… το τέλος, να σας πούμε πως ο «αυστηρός» κριτής του φετινού Master Chef, είναι executive chef και συνιδιοκτήτης στο εστιατόριο Feedel Urban Gastronomy , που ανήκει στον όμιλο Momentum και που πρόσφατα πήρε το βραβείο Ελληνικής Κουζίνας 2017 από το Αθηνόραμα, και στο καινούργιο Feedέλ asador στην Γλυφάδα. Και, αν αυτό σε μερικούς μοιάζει με μια απλή, πληροφορία σημειωμένη σε ένα βιογραφικό, τότε μάλλον, θα πρέπει να μιλήσουμε για τα χιλιάδες χιλιόμετρα, που διένυσε ο Σεφ, για να καταφέρει στα 35 του χρόνια, να έχει στις αποσκευές του αμέτρητες επιτυχημένες συνεργασίες, αλλά κυρίως, γνώσεις και εμπειρίες , έτσι ώστε σήμερα να θεωρείται από τους γνώστες της γαστρονομίας, ως ένας από τους κορυφαίους Σεφ της χώρας μας.

Τολμηρός, ενθουσιώδης και παρορμητικός, αποφάσισε τελειώνοντας το λύκειο να φοιτήσει σε μια σχολή μαγειρικής, για να γίνει… Τι; Μάγειρας; Ένας απλός μάγειρας, χωμένος στην κουζίνα ενός εστιατορίου που σερβίρει πιάτα «της ώρας»; (Σε καμία περίπτωση, δε μοιάζει να σνομπάρει τους  συναδέλφους του, αντιθέτως, μιλά πάντα με εκτίμηση και σεβασμό γι’αυτούς)… Όμως, ήξερε πως τα δικά του πιάτα, έπρεπε να είναι διαφορετικά. Έπρεπε να δημιουργεί γεύσεις, που μοιάζουν με μια εντυπωσιακή έναρξη ροκ συναυλίας. (Για ένα μεγάλο κοινό, που περιμένει υπομονετικά το πρώτο «Ριφάκι» της ηλεκτρικής κιθάρας, για να εκστασιαστεί…)

Και, κάπως έτσι, ως γνήσιος ροκάς, παράτησε τη σχολή και κατάφερε να «τρυπώσει» στην κουζίνα εστιατορίων που έχουν αφήσει ιστορία, όπως στους «Ορίζοντες του Λυκαβηττού», το βραβευμένο εστιατόριο του Jerome Serres, στο ξενοδοχείο «Ηριδανός» και του Semiramis, στο Κεφαλάρι, όπου Head Chef ήταν τότε, ο Γιάννης Λουκάκος (με τον οποίο έκτοτε διατηρεί μία δυνατή φιλία). Παρόλ’ αυτά, η Ελλάδα, έμοιαζε να μην είναι αρκετή για να σβήσει την αμέριστη δίψα του για μάθηση και έτσι, βρέθηκε ξαφνικά στο Λονδίνο όπου εργάστηκε στο «Maze», το εστιατόριο με την υπογραφή του Gordon Ramsay στο Λονδίνο, και λίγο καιρό αργότερα στο «Mugaritz» στο Σαν Σεμπαστιάν.

Στην Ελλάδα εργάστηκε επίσης και ως επικεφαλής σεφ του «Aleria», τις δύο πρώτες χρονιές που το γνωστό εστιατόριο τιμήθηκε με Βραβείο Ελληνικής Κουζίνας καθώς και  στο «Rock’n’balls» (όπου θα μπορούσε ίσως να αποσπάσει το βραβείο ενός ρεκόρ Γκίνες, αφού κατά την περίοδο της θητείας του εκεί, έφτιαξε «μετρημένους» 1.000.000 κεφτέδες…)

Είναι γεννημένος την ίδια ημερομηνία με την επέτειο της πτώσης του τείχους του Βερολίνου και, ίσως η ικανότητά του, να «γκρεμίζει» τα γευστικό κατεστημένο, να οφείλεται εκεί…

Αν τον πετύχετε στο περίπτερο, να αγοράζει σοκολάτες «με το κιλό», μην παραξενευτείτε… Βλέπετε, ακόμα και οι βραβευμένοι σεφ, μπορούν να εκτιμήσουν, την απόλαυση που προσφέρει μια γκοφρέτα του εμπορίου!

Αυτοσαρκάζεται πολύ συχνά και, κυρίως για το ύψος του. Και αν σκεφτούμε πως πίσω από ένα αστείο, κρύβεται πάντα μια αλήθεια που μας πονάει (αλλά «Σιγά μην κλάψει» όπως λέει και ο αγαπημένος του Γιάννης Αγγελάκας), τότε ας τον διαβεβαιώσουμε, πως, κανείς ποτέ , το μεγαλείο μιας δημιουργίας (γευστικής), δεν κατάφερε να το μετρήσει σε εκατοστά…

Εμείς να του ευχηθούμε, σύντομα, να μπορέσει να βρει κοιτάζοντας το βραδινό ουρανό, το δικό του αστέρι (Michelin), που σίγουρα του αξίζει!

 

Υρώ Μυκονιάτη