Πόσο φονικός είναι τελικά ο νέος κορωνοϊός;

Με τα καταγεγραμμένα κρούσματα της Covid-19, που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός, να έχουν ξεπεράσει το 1 εκατομ. σ’ ολόκληρο τον πλανήτη, τους νεκρούς να υπερβαίνουν τις 58.000 και όσους ανέρρωσαν τις 227.656 σύμφωνα με στοιχεία του worldometers.info, το ποσοστό θνησιμότητας κυμαίνεται στο 4,7%, όταν το αντίστοιχο της εποχική γρίπης είναι γύρω στο 0,1% και της πνευμονίας στο 0,2% στις πλουσιότερες χώρες.

Η αναλογία των θανάτων ανά συνολικό αριθμό κρουσμάτων του νέου κορωνοϊού ποικίλλει δραματικά από χώρα σε χώρα κι οι ερευνητές προειδοποιούν ότι εμπλέκονται τόσες άγνωστες μεταβλητές – όπως π.χ. ο πραγματικός αριθμός των μολύνσεων – ώστε δεν μπορούν να εξαχθούν σίγουρα συμπεράσματα για το ποσοστό θνησιμότητας, που παραμένει ένας από τους μεγάλους άγνωστους Χ της Covid-19.
Οι τέσσερις παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό θνησιμότητας από το νέο κορωνοϊό
Τέσσερις είναι οι βασικοί παράγοντες που μπορεί να συμβάλουν στη διαφορά των ποσοστών θνησιμότητας από την Covid-19 που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός ανά χώρα, σύμφωνα με τον εκτελεστικό διευθυντή του προγράμματος εκτάκτων καταστάσεων υγείας του ΠΟΥ, Μάικ Ράιαν:

  • To προφίλ των ατόμων που μολύνονται
  • σε ποιο στάδιο έχει φθάσει η επιδημία στη χώρα
  • πόσα τεστ για τον κορωνοϊό διεξάγει η συγκεκριμένη χώρα
  • ο βαθμός ανταπόκρισης στην πανδημία των εθνικών συστημάτων υγείας

Υπάρχουν, βέβαια κι άλλοι λόγοι που μπορεί να επηρεάζουν το αποτέλεσμα, όπως το πόσα θύματα του κορωνοϊού θα είχαν πεθάνει από άλλες αιτίες, πέραν της Covid-19, αφού κατά μέσο όρο πεθαίνουν στην υφήλιο 153.000 άνθρωποι, δηλαδή 56 εκατομμύρια ετησίως.

Το ποσοστό των διαγνωστικών τεστ για τον νέο κορωνοϊό

Ο μεγάλος άγνωστος Χ αναφορικά με την Covid-19 είναι ο πραγματικός αριθμός των ατόμων που έχουν κολλήσει το νέο κορωνοϊό ανά την υφήλιο, αφού αν δεν τον γνωρίζουν οι ειδικοί δεν μπορούν να υπολογίσουν και με ακρίβεια το ποσοστό θνησιμότητας. Δεδομένου ότι πολλοί από τους φορείς θα εμφανίσουν ήπια ή και καθόλου συμπτώματα είναι λογικό σε πολλές περιπτώσεις να απουσιάζουν από τις σχετικές στατιστικές εκτός κι αν υποβληθούν σε διαγνωστικές εξετάσεις. Από τη στιγμή όμως που οι δυνατότητες για τη διενέργεια των τεστ αυτών είναι περιορισμένες και κάθε χώρα ακολουθεί διαφορετική στρατηγική εν προκειμένω, οι σχετικές πληροφορίες ποικίλλουν.

Τα στοιχεία για την πανδημία είναι «παντελώς αβάσιμα» σύμφωνα με τον συμπατριώτη μας καθηγητή επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ Τζον Ιωαννίδη. «Δεν ξέρουμε αν αποτυγχάνουμε να εντοπίσουμε τις μολύνσεις σε ποσοστό 3% ή 300%», λέει. Αν αυτοί που επιβιώνουν από την Covid-19 είναι πολλές χιλιάδες περισσότεροι απ’ όσους γνωρίζουμε, τότε οι τρέχουσες εκτιμήσεις για το ποσοστό θνησιμότητας είναι πολύ υψηλές.

Οι διαφορές ανά χώρα

Μελέτη δεδομένων από την Ουχάν της Κίνας, όπου πρωτοεμφανίστηκε ο νέος κορωνοϊός, έδειξε ότι το πραγματικό ποσοστό θνησιμότητας κυμαίνεται γύρω στο 1,4%, πολύ χαμηλότερο από το 3,4%. H Ιταλία, μια από τις χώρες που έχουν πληγεί περισσότερο, έχει ένα ποσοστό θνησιμότητας γύρω στο 11,3%, που αποδίδεται εν μέρει στον γηρασμένο πληθυσμό και την ένταση της επιδημίας σε μια σχετικά μικρή γεωγραφικά περιοχή, όπου τα εργαστήρια δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην ανάγκη διενέργειας διαγνωστικών εξετάσεων.

Η Γερμανία την ίδια ώρα έχει πολύ χαμηλό ποσοστό θνησιμότητας γύρω στο 0,8%, πράγμα που ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι οι ασθενείς είναι νεώτεροι και οι Αρχές διεξάγουν πιο επιθετικά τεστ διάγνωσης σε άτομα που εμφανίζουν ήπια συμπτώματα.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ειδικός στην εντατική νοσηλεία, Ντάνκαν Γιανγκ λέει ότι το ποσοστό θνησιμότητας από το νέο κορωνοϊό σε μια χώρα «εξαρτάται από την πολιτική διενέργειας των διαγνωστικών τεστ». «Η υποβολή περισσότερων ασθενών σε τεστ αυξάνει τον παρνομαστή (τα άτομα που έχουν διαγνωστεί θετικά στον κορωνοϊό) κι έτσι σε έναν δεδομένο αριθμό θανάτων μειώνει το ποσοστό θνησιμότητας», τονίζει.

Ο παράγοντας της ηλικίας των ασθενών

Πέραν τούτων ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό θνησιμότητας είναι και το ποιοι είναι αυτοί που μολύνονται, σε ποια ηλικιακή ομάδα ανήκουν κι αν αντιμετωπίζουν υποκείμενα νοσήματα, αφού ως γνωστόν οι γηραιότεροι συγκεντρώνουν περισσότερες πιθανότητες να νοσήσουν βαριά και να χάσουν τη μάχη. Όπως, όμως, σημειώνει o καθηγητής Μολυσματικών Νόσων Ρόμπιν Μέι, του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ: «υπάρχουν 70χρονοι καθηλωμένοι στο καροτσάκι κι άλλοι που τρέχουν χιλιόμετρα ολόκληρα κάθε εβδομάδα». Παράλληλα ο ΠΟΥ έχει προειδοποιήσει ότι οι νεότεροι δεν είναι «ανίκητοι» και πρέπει να λαμβάνουν στα σοβαρά την απειλή του νέου κορωνοϊού.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι πολλές χώρες καταγράφουν με διαφορετικό τρόπο τα κρούσματα και τους θανάτους. Στην Ιταλία, επί παραδείγματι, η Covid-19 αναφέρεται ως αιτία θανάτου ακόμη κι αν ασθενής ήταν ήδη άρρωστος από κάτι άλλο και πέθανε από συνδυασμό νοσημάτων. Την περασμένη εβδομάδα ο επιστημονικός σύμβουλος της κυβέρνησης Κόντε σε θέματα υγείας τόνισε ότι «μόνον το 12% των πιστοποιητικών θανάτων έδειξε μια άμεση σχέση με τον κορωνοϊό». Την ίδια ώρα στην Ισπανία η κυβέρνηση καταγράφει απλώς πόσα επιβεβαιωμένα κρούσματα του κορωνοϊού έχουν πεθάνει χωρίς να παρέχει πληροφορίες για άλλα ιατρικά προβλήματα των ασθενών.

Στη Γερμανία η πλειονότητα των μολύνσεων αφορά σε άτομα ηλικίας από 15 έως 59 ετών, ενώ στη Νότια Κορέα το ένα τρίτο των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων αφορούσαν άτομα ηλικίας 30 ετών και κάτω, με το ποσοστό θνησιμότητας να κυμαίνεται γύρω στο 1,6%.

Ο κίνδυνος θανάτων από άλλα αίτια

Στη Βρετανία κάπου 150.000 άνθρωποι πεθαίνουν ετησίως στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου και μέχρι τώρα η μεγάλη πλειοψηφία εκείνων που έχασαν τη μάχη με την Covid-19 ήταν ηλικίας 70 ετών και άνω ή αντιμετώπιζαν σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Ασαφές παραμένει, όμως, πόσοι απ’ αυτούς θα είχαν ούτως ή άλλως πεθάνει αν δεν είχαν κολλήσει τον κορωνοϊό. Ο κορυφαίος σύμβουλος Υγείας της κυβέρνησης Τζόνσον, καθηγητής Νιλ Φέργκιουσον, είπε την περασμένη εβδομάδα ότι δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο πόσοι «έξτρα» θάνατοι θα καταγραφούν στη χώρα από τον κορωνοϊό, εκτιμώντας, πάντως, ότι η αναλογία των θυμάτων της Covid-19, που θα κατέληγαν ούτως ή άλλως, μπορεί να είναι «περίπου οι μισοί έως και δύο τρίτα»

Η ετοιμότητα των εθνικών συστημάτων υγείας

Σημαντικό ρόλο παίζει και το σε ποιο στάδιο της επιδημίας ξεκινούν οι Αρχές μιας χώρας να προετοιμάζουν το εθνικό σύστημα υγείας, το οποίο αν γονατίσει όπως συνέβη στην Ιταλία, τότε θα μειωθεί και το επίπεδο νοσηλείας που μπορεί να προσφέρει στους ασθενείς, αυξάνοντας πιθανότητα το ποσοστό θνησιμότητας από τον κορωνοϊό.

Δεδομένου του αριθμού των ατόμων που νοσηλεύονται σε ΜΕΘ στη Λομβαρδία, ο δρ Ράιαν είπε την περασμένη εβδομάδα ότι το γεγονός ότι οι γιατροί σώζουν «τόσους πολλούς είναι θαύμα από μόνο του».