Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίστηκαν; Αυτά είναι τα λάθη που καλό είναι να αποφύγετε
Με την είσοδο στο φθινόπωρο και την προετοιμασία για τον χειμώνα, οι αναπνευστικές λοιμώξεις επανέρχονται στο επίκεντρο της προσοχής. Ο Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ) έχει δημοσιεύσει ενημέρωση για τη γρίπη, την COVID-19 και τον αναπνευστικό συγκυτιακό ιό (RSV), επισημαίνοντας τη σημασία της πρόληψης και του εμβολιασμού για όσους ανήκουν στις ομάδες που χρειάζονται αυξημένη προστασία.
Πολλοί άνθρωποι, ωστόσο, εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια λάθη όταν εμφανίζουν βήχα, καταρροή, πονόλαιμο ή πυρετό.
1. Συνεχίζουν κανονικά τις δραστηριότητές τους
Το να πηγαίνουμε στη δουλειά ή να συναντάμε φίλους ενώ έχουμε συμπτώματα μπορεί να διευκολύνει τη μετάδοση μιας λοίμωξης. Όταν αισθανόμαστε άρρωστοι, είναι προτιμότερο να παραμένουμε στο σπίτι, όσο χρειάζεται, και να αποφεύγουμε την επαφή με ευάλωτα άτομα.
2. Παίρνουν αντιβίωση χωρίς ιατρική οδηγία
Τα αντιβιοτικά δεν αντιμετωπίζουν τους ιούς που προκαλούν τη γρίπη και το κοινό κρυολόγημα. Η χρήση τους πρέπει να γίνεται μόνο όταν υπάρχει κατάλληλη ιατρική ένδειξη και σύμφωνα με τις οδηγίες επαγγελματία υγείας.
3. Ξεχνούν τον αερισμό του σπιτιού
Ο τακτικός αερισμός των εσωτερικών χώρων είναι ένα απλό μέτρο που συμβάλλει στη μείωση της έκθεσης σε αναπνευστικά παθογόνα. Ανοίγετε τα παράθυρα τακτικά, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, ιδιαίτερα σε χώρους όπου συγκεντρώνονται πολλά άτομα.
4. Δεν δίνουν σημασία στην υγιεινή των χεριών
Το σωστό πλύσιμο των χεριών με σαπούνι και νερό, η κάλυψη του στόματος και της μύτης κατά τον βήχα ή το φτέρνισμα και η αποφυγή αγγίγματος του προσώπου με άπλυτα χέρια είναι βασικά μέτρα πρόληψης.
5. Αμελούν τα προειδοποιητικά σημάδια
Η δύσπνοια, ο πόνος στο στήθος, η σύγχυση ή η έντονη επιδείνωση της κατάστασης χρειάζονται άμεση ιατρική αξιολόγηση. Τα άτομα υψηλού κινδύνου πρέπει να επικοινωνούν έγκαιρα με τον γιατρό τους όταν εμφανίζουν συμπτώματα.
Πότε χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή
Οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες, τα μικρά παιδιά και τα άτομα με συγκεκριμένα χρόνια νοσήματα μπορεί να χρειάζονται διαφορετική αντιμετώπιση. Ο γιατρός μπορεί να αξιολογήσει τα συμπτώματα και να καθορίσει αν απαιτείται εξέταση ή θεραπεία.
Το σημαντικότερο: Δεν χρειάζεται πανικός, αλλά ούτε και αδιαφορία. Η πρόληψη, η σωστή ενημέρωση και η έγκαιρη ιατρική συμβουλή μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
